Η Κ. μπαίνει στο δωμάτιο θεραπείας πιο σιωπηλή από άλλες φορές. «Περίεργο» , σκέφτομαι, «συνήθως σχολιάζει τον χώρο ή το καινούριο μπουκέτο λουλούδια που βρίσκονται απέναντί της».
Θεραπεύτρια: «Πώς είσαι Κ.; Σιωπηλή έρχεσαι σήμερα». Δοκίμασα να το σχολιάσω μπας και η σιωπή της είχε κάτι να μας πει.
Κ.: «Χμμ… ναι.. δεν ξέρω… βασικά τα συζήτησα ήδη αλλά.. τώρα πως να το πω αυτό, θα ακουστεί κάπως.. Φαντάζομαι, βεβαια, πολλοί το κάνουν. Τα είπαμε με το chat.“
Ο εσωτερικός μου διάλογος ξεκίνησε κουβεντούλα: «Γιατί να ακουστεί κάπως ; Πράγματι, πολλοί άνθρωποι το κάνουν. Και τι σημαίνει αυτό ; Ότι πρέπει να το κανονικοποιησουμε; Μήπως είμαι λίγο συντηρητικιά θεραπεύτρια ; Και τι να λέει άραγε ; Πώς να τα λέει ; Τι γράφει εκεί που δε λέει εδώ ; Μπορεί και να σταματήσει να έρχεται εδώ..» (είναι αρκετά κάποια δευτερόλεπτα για να μιλήσουν τόσο οι εσωτερικές μας φωνές μέχρι να βγει η επόμενη λέξη απ’ το στόμα μας).

Πριν από περίπου 1,5 χρόνο, είχα λάβει ένα e-mail από μια προπτυχιακή φοιτήτρια ψυχολογίας που διεξήγε μια έρευνα σχετικά με τη χρήση εργαλείων ΑΙ και chat bots από τη μεριά των ψυχοθεραπευτών/τριων στη θεραπευτική διαδικασία. Συμμετείχα , αν και θεώρησα τότε ότι το ΑΙ είναι πολύ μακριά από τα «χωράφια μας». Εκεί ήταν που μπορεί να ήμουν και λίγο παρωχημένη.
Η ερώτηση δεν είναι αν το ΑΙ θα μας αντικαταστήσει ή θα μας «πάρει τη δουλειά». Είναι τι βρίσκουν εκεί οι άνθρωποι που δεν το βρίσκουν στη θεραπευτική διαδικασία ή στις ανθρώπινες σχέσεις.
Πρώτα απ’ όλα , άμεση και (σχεδόν) απεριόριστη διαθεσιμότητα. Δεν υπάρχει το «θα το συζητήσουμε στην επόμενη συνεδρία» ή το «δεν υπάρχει διαθέσιμο ραντεβού». Με το chat μπορείς να συζητήσεις από τις 10 το βράδυ έως τις 5 το πρωί , Χριστούγεννα , Κυριακές και να παίρνεις συνεχώς οργανωμένες , «κατανοητικές απαντήσεις». Ο Αμερικανικός Οργανισμός Ψυχοθεραπείας (ΑΡΑ), περιγράφει ακριβώς αυτή την ελκυστικότητα: χαμηλό κόστος, 24ωρη πρόσβαση και αίσθηση μη επικριτικής ανταπόκρισης.
Απουσία βλέμματος του άλλου. Στην θεραπευτική ώρα, κάθεσαι απέναντι από έναν άνθρωπο που γίνεται ο καθρέφτης σου. Μπορεί να κλάψεις, μπορεί να ντραπείς, μπορεί να νιώσεις άβολα με μια ερώτηση, έχεις φαντασίες για το πώς σε βλέπει και τι νιώθει για ‘σένα. Με το chat δεν υπάρχει καμία τέτοια επαφή.
Έχεις την αίσθηση του ελέγχου. Στην ψυχοθεραπεία, δεν ξέρεις που μπορεί να πάει η συζήτηση. Μπορεί να μεταφερθείτε σε ιστορίες που σε έχουν πονέσει, μπορεί να αισθανθείς άβολα με μια ερώτηση, να βρεθείς αντιμέτωπος/η με μια σιωπή που να μην έχεις ιδέα τι να την κάνεις. Το chat, όμως, σταματάει εκεί που θέλεις. Μπορείς απλά να του πεις «Δε θέλω συμβουλή, δεν θέλω να σχολιάσεις το τάδε.
Το chat δεν το πληρώνεις (ακόμη όχι υποχρεωτικά), είναι «δωρεάν». (Ή και όχι καθώς, συλλέγοντας τα δεδομένα σου, του δίνεις τη συναίνεση να πουλήσει τις ιστορίες σου, πάνω στις οποίους θα βασιστούν χιλιάδες μοντέλα αλγόριθμων).

Υπάρχει μια μεγάλη διαφορά σε σχέση με την ψυχοθεραπεία. Το chat ναι , σου δίνει απαντήσεις που μοιάζουν κατανοητικές, αλλά δεν σε καταλαβαίνει. Είναι απλά ένα σύστημα τεχνητής νοημοσύνης που μπορεί και αντιλαμβάνεται μοτίβα της γλώσσας και έπειτα τα συνδέει, τα οργανώνει και τα βάζει σε μια σειρά, δίνοντας ίσως και διαφορετικές οπτικές θέασης ενός θέματος.
Αλλά η ψυχοθεραπεία, τουλάχιστον όπως την αντιλαμβάνομαι εγώ, δεν είναι μόνο η παραγωγή μιας χρήσιμης απάντησης αλλά κάτι που συμβαίνει σε αυτό που λέμε στη γλώσσα μας, «ανάμεσα». Στη θεραπεία υπάρχουν στιγμές στις οποίες δεν ξέρουμε τι να πούμε, υπάρχουν σιωπές, βλέμματα που αποφεύγονται, βλέμματα που συναντιούνται με δάκρυα, απορία, χαμόγελο, απογοήτευση.
Υπάρχουν φορές που ο/η θεραπευτής/τρια δεν καταλαβαίνει και θα ρωτήσει ξανά, στιγμές που θα κάνει λάθος, που θα βιαστεί να βγάλει ένα συμπέρασμα, που θα κάνει μια ερώτηση που πάντα την περιμέναμε από κάποιον αλλά δε μας την έκανε ποτέ κανείς.
Παράξενο ίσως, αλλά πολλές φορές και αυτό είναι θεραπεία, όχι μόνο οι λέξεις, όχι μόνο ο διάλογος. Γιατί απέναντί μου δεν υπάρχει κάποιος που έχει σχεδιαστεί ώστε να προσαρμόζεται συνεχώς σε εμένα αλλά ενας άνθρωπος που, ανάμεσά μας, δημιουργείται μια σχέση. Και αυτό ίσως είναι που κάνει τις ανθρώπινες σχέσεις τόσο δύσκολες αλλά ταυτόχρονα σημαντικές. Γιατί πολλές από τις δυσκολίες που φέρνουμε στη θεραπεία έχουν γεννηθεί μέσα σε σχέσεις, στον τρόπο που μάθαμε να πλησιάζουμε, να απομακρυνόμαστε, να ζητάμε, να σωπαίνουμε, να φοβόμαστε την απόρριψη.
Δεν πιστεύω ότι χρειάζεται οι θεραπευτές και οι θεραπεύτριες να αντιμετωπίσουμε την τεχνητή νοημοσύνη σαν έναν εισβολέα στο δωμάτιο της θεραπείας αλλά να αρχίσουμε να ρωτάμε για αυτή. Τι συζήτησαν μαζί της, τι μπορείς να πεις εκεί που δεν μπορούμε να το συζητάμε στο μαζί.
Η μηχανή θα μάθει να μιλά θεραπευτικά όσο την θρέφουμε, θα γίνεται όλο και καλύτερη. Ίσως να σκεφτούμε περισσότερο τι είναι αυτό που μας κάνει να πιστεύουμε ότι μια μηχανή τεχνητής νοημοσύνης θα μας καταλάβει περισσότερο και ότι είμαστε πιο ασφαλείς μαζί της ;
Μήπως τελικά αλλάζει ο όρος αυτού που ονομάζουμε θεραπευτικό ;
